λεβάρω

λεβάρω
(αόρ. (ε)λεβάρισα и (ε)λέβαρα, προστ. λέβα) μετ. мор. тянуть, тащить

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "λεβάρω" в других словарях:

  • λεβάρω — τραβώ αλυσίδα ή παλαμάρι, σύρω με αλυσίδα ή με παλαμάρι ένα πλεούμενο στη στεριά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. levare «υψώνω»] …   Dictionary of Greek

  • λέβα — [λεβάρω] (προστ. τού λεβάρω) 1. ναυτικό κέλευσμα αντίστοιχο με το επίσημο αίρε 2. φρ. «λέβα μπρος» ή «λέβα πίσω» ναυτικά παραγγέλματα για την έλξη των λέμβων προς την πλώρη ή προς την πρύμνη, με έλξη τού σχοινιού προς τα εμπρός ή προς τα πίσω …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»